Το Σαββατοκυρίακον επήα Λονδίνον για αναψυχήν τζιαι για ψούμνιζμαν διότι έχασα βάρος τζιαι τα πουκάμισα εγίναν όπως τες τζιελλαπίες. Έννεν για τούτον όμως που σας γράφω σήμερα, αλλά για την διαδρομήν προς το αεροδρόμιον.
Είχα συνοδηγόν μαζίν μου τον πατέραν μου τζιαι στην διαδρομήν επιάσαμεν την κουβένταν. Αρώτησεν με πως πάει το μάστερ (το δεύτερο μάστερ, διότι φαίνεται είμαι ο μόνος μες στον Στρόβολο που δεν έσιει τζιαι νιώθω μειονεκτικά) τζιαι φέρε τζιαι να το φέρει η κουβέντα εκαταλήξαμεν να μιλούμεν για τον τζιαιρόν που ήταν ο πατέρας μου μαθητής.
Ανακάλυψα παλαιότερα, όταν ήμουν εγώ μαθητής, πας το χωρκόν τον έλεγχον του τζιαι ήταν μαθητής του 13 εκτός που την αντοχήν υλικών που είσιεν 20. Τζιαι εφάκκουν του το όποτε μου έκαμνε παράπονο για τους δικούς μου βαθμούς, γιατί να πιάσω 90% στο τάδε μάθημα τζιαι όϊ παραπάνω (ναί, ήμουν άριστος μαθητής). Τότε γυρίζει τζιαι λαλεί μου πράματα που δεν εγνώριζα μέχρι τότε. Έχασεν 2 χρόνια που το σχολείον λόγω του αγώνα της ΕΟΚΑ με αποτέλεσμα να κόψει πίσω. Όταν τον ερώτησα για την πρώτην του δουλειάν που έφκαλεν μισθόν λαλεί μου σαν ήταν μαθητής εκατασκευάζαν εξοπλισμό για τα μαθήματα της χημείας στην τεχνική σχολήν Λευκωσίας για 3 λίρες την εφτομάδαν. Μάλιστα το παιδίν που εδουλεύκαν μαζίν σήμερα εν καθηγητής πανεπιστημίου τζιαι όποτε βρέθουνται αποκαλούν ο ένας τον άλλον “συνέταιρε”!.
Φ- Έν έσκεφτηκες να πάεις να σπουδάσεις;
Π- Έθελα, καλώ εν έθελα;
Φ- Τί έθελες να σπουδάσεις τότε;
Π- Μηχανολόγος μηχανικός. Άρεσκεν μου πολλά η μηχανολογία.
Φ- Γιατί εν εσπούδασες;
Π- Εν είχαμε λεφτά….Μετά έπιασα δουλειάν γιατί έπρεπεν να παντρέψουμεν τες θκιάες σου τζιαι έπρεπεν να επιβιώσω. Έπρεπε να επιβιώσω.
Ο πατέρας μου, ο αρκάδρωπος, ο άθρωπος που εγόρασεν το διπλανόν οικόπεδον που το πατρικό μου τζιαι αντί να μας κάμει πισίναν με την μάνα μου να βουττούμεν τον κώλο μας εφύτεψεν ρέντες κουτσιά, ο άθρωπος που δεν ήξερεν να μου δκιαβάσει τζιαι να μου ελέγξει τα μαθήματα στο γυμνάσιον ήθελεν να γίνει μηχανολόγος μηχανικός. Ο πατέρας μου ήθελε να μορφωθεί.
Ποττέ μου εν το εσκέφτηκα έτσι, πως είσιεν επιδιώξεις πέραν που το να κάμει οικογένειαν. Αντί αρκάτης θα μπορούσεν ναν καθηγητής πανεπιστημίου όπως τον “συνέταιρο”. Όϊ πως εν αντροπή το αρκατιλλίκι, καθόλου αντροπή όποια δουλειά τζιαι ναν τίμια, αλλά καθηγητής πανεπιστημίου θα ήταν άλλως πως.
Ίσως να μπορούσα να κάτσω να συζητήσω μαζί του για τον Ραούλς, τον Μάρξ, τον βον Μίζες, τζιαι ούλλους τούτους που με τον έναν τρόπον ή τον άλλον επηρεάσαν τες αντιλήψεις μου τζιαι καθορίσαν το ποιός είμαι σήμερα σε ιδεολογικόν τζιαι πολιτικόν επίπεδο. Ίσως να μπορούσα να κάμω πολλά πράματα μαζίν του παραπάνω αν είσιεν τες ευκαιρίες που είχα εγώ.
Τζιαι που με αφήνει τούτον εμένα προς τα μωρά μου; Αν ο πατέρας μου που το μηδέν με έφερεν εμένα δαμαί, τότε πόσα πρέπει να παρέχω εγώ στες μελλοντικές γενεές; Αμόρφωτος, αμόρφωτος τζιαι τελικά ο γέρος εν ο μιαλλύτερος δάσκαλος.
Ένοιωσα μεγάλην ταπείνωσην τζίνην την ώρα. Τζι εγιώ οδήγουν να πάω αεροδρόμιον, να πάω Αγγλίαν, να ψουμνίσω με τον μισθό που φκάλλω γιατί με την μόρφωση που μου επλήρωσεν έχω έτσι δυνατότηταν (συν την πιστωτική την κάρτα).
“Έπρεπε να επιβιώσω”. Εσκέφτουμουν την κουβένταν μες το αεροπλάνον, σκέφτουμαι την τζιαι τωρά που σας γράφω.
Με το που θα πάω που το πατρικόν μου την επόμενην φοράν, θα του δώσω έναν φιλί μεγάλον που επιβίωσεν για πάρτιν μου.
ΥΓ. Κάμνεις του τούντου αθρώπου αγγόνια όξα εν του κάμνεις;





