Αναρτήθηκε από: firfiris | Οκτώβριος 27, 2008

Το δύσκολον το ξύπνημα (ποίημαν επικών διαστάσεων)

με λεξικόν στο τέλος για τους Καλαμαράες τζιαι Καλαμαρούες αναγνώστες τζι αναγνώστριες

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Παίζει το μόπαϊλ το πρωίν

πέντε, πέντε τζιαι κάρτον

τζι’ εγιώνι κλώννω το πλευρόν

ύπνον δεν φκάλλω σκάρτον.

 

Να μείνει μαυρογέρημον

εν εκαρτέραν λλίον;

Τζι έκοψεν μου το όνειρον

στο πιο καλόν σημείον.

 

Τσίλλω το μια, τσιλλώ το δκυο

τζιαι πάλε κατσιαρίζει.

Άτιμον κατασκεύασμαν,

ζαττίν για να μ’ αγκρίζει.

 

Παρακαλώ τον Πλάστην μου,

που σσιέπει που τα ύψη,

νάβρω το πρέπον το κουμπίν,

πέντε λεπτά να κρύψει.

 

Τραβώ γυρόν το πάπλωμαν

σαν κάμπιαν τυλιμένος,

το μαουλούτζιν μαλακτόν,

βραστός τζιαι σκουλλισμένος.

 

Αχ μάνα μου μανούλλα μου

ίντα ωραίον πράμαν,

να ήμουν έτσι μιαν ζωήν,

πράγματι θάταν χάρμαν.

 

Τζι ίνταλως τα κατάφερα,

πόξω φκαίνει το πόϊν,

κρυώνουν τα δαχτύλια μου

όπως στο Παλαιχώριν.

 

Ταράσσω το, τυλίω το,

γυρίλλες κάμνω δέκα.

Τζιαι για να βράζω, ζάβαλλι,

δεν έχω με γεναίκαν.

 

Αρκέφκει τζιαι το μόπαϊλ

τζιαι κάμνει τούρου τούρου

Αν ήτουν πλάσμαν νούσιμον,

θα έκοφκεν του βούρου.

 

Εν ώρα μου να σηκωθώ,

κνίθω τα θκυο μου αρτσίδκια,

Τρίφω νάκκον τα μμάθκια μου,

τζιαι νάκκον τα πλαΐτζια.

 

Κωλοσυρτός κωλοσυρτός,

πάω εις το γομάριν,

που ροχχαλίζει αμέριμνος,

απλούμενος, βουνάρι.

 

 

 

 

 

Θόρυβος κουγκριομηχανής,

μια μάζα ούλλον μίλλα,

χαρκέσαι άμαν του κροστείς,

πως κάποιος  κόφκει ξύλα.

 

Κούντημαν τζιαι σουξούλισμαν,

ούτε παίρνει χαπάριν,

ατάραχος μες την γωνιάν

σαν το σιοιρίν, θρεφτάριν.

 

Σηκώνεται ποκνιάζεται,

ποκνιάζουμαι τζι εγιώνι.

Τζιαι πάμεντε περίπατον,

στο κρύον, μες το σιόνιν.

 

Ο Μότζιος δεν βιάζεται,

δουλειάν εν τζιαιν να πάει,

η μόνη έγνοια του χτηνού,

να σιέσει τζιαι να φάει.

 

Δεντρίν δεντρίν τζιαι προχωρεί,

τα πάντα να εξετάσει,

δεν βρίσκει τόπον να γιουτά

τζιαι για να  τσουλλοκάτσει.

 

Εν τέλει ήβρεν τζι έκαμεν,

γεμώννει κοφινούι,

τζι πουννα πάμεν έσσω μας,

θα καρτερά λιξιούι.

 

Πολλίν μαμμάν πολλίν κακκά,

άλλην δουλειάν δεν κάμνει,

παίζω του για να κουραστεί,

στην κάμαρην του λάμνει.

 

Λούννουμαι τζιαι ξιουρίζουμαι,

τα δόντια καθαρίζω,

βάλλω τζιαι λλίην κολώνια,

για να μουσκομυρίζω.

 

Βουρώ σαν τον λαονικό,

τα ρούχα να φορήσω,

τζι αν είμαι νάκκον τυχερός,

το τσιάϊν να ρουφήσω.

 

Σάζω την γραβατούδαν μου,

ισιώννω τον κολλάρο.

Γυαλλίζω το παπούτσιν μου,

τζι άφκω τζι έναν τσιάρον.

 

-Χάτε, εν ώρα της δουλειάς,

λαλεί μου το ρολόϊ.

-Έμπα μέσα στο κάρο σου,

στους δρόμους το χωχώϊν.

 

Πίννω τες βιταμίνες μου,

βάλλω τζιαι τον σταυρόν μου,

πιάννω τον χαρτοφύλακαν,

τσεντίν τζιαι κινητόν μου.

 

Μπαίνω μέσα στο κάρον μου,

φκαίνω πας την Καντάρας,

Οι εργολάβοι δαχαμαί,

της μαύρης της κατάρας.

 

 

 

 

 

 

 

Πας στην Στροβόλου έφκηκα,

μετά που σσίλια ζόρκα,

οι εργολάβοι τους δαμαί,

εν για τα πομηλόρκα.

 

Ώστε να πάω Κληματαρκάν,

ελείφτηκα πεζίναν,

ώστε να πάω Προεδρικόν,

τα νύσια μου εμιαλύναν.

 

Στο ράουνταπάουτ του English School,

πιάννουν με οι δαιμόνοι,

μια παλαβή πρώτην φοράν,

σήμερα είδεν τιμόνιν!

 

-ΑΤΕ ΚΥΡΙΑ ΤΑΡΑΣΣΕ!

γαμώ το τζιέρρατον μου!

-Έναν λεπτούδιν κύριε,

ν’ αφήσω το μωρόν μου.

 

Ίσσιαλλα μιαν την ίδια,

εις το στραφίν της νάβρει.

Ανάθθεμαν την τύχην μου!

Αχ, κοινωνία μαύρη!

 

Με την βοήθειαν του Θεού,

έφτασα εις τα Honda,

τζι ήβρα έναν κωλόγερον,

να οδηγά καμμόντα.

 

-ΤΑΡΑΣΣΕ ΘΚΕΙΕ ΤΖΙ ΕΝ ΠΡΑΣΙΝΟ!

Εν τα θωρείς τα φώτα;

Τζίνος εις την κοσμάραν του,

λαλεί σου, «ποιος σ’ αρώταν».

 

Έσιει ώρες ώρες οδηγούς,

που εν τέλεια αηδία.

Παντές τζι επιάν το δίπλωμα

με αλληλογραφία.

 

Θέλουσιν ούλλοι οι αχάπαροι

βούρδουλαν τζιαι κουρπάκαν.

Πιάννουσιν αυτοκίνητον,

τζιαι μπαίνουν μες την στράταν.

 

Αν ήτουν που το σιέριν μου,

ήτουν να τους μαντρίσω.

Να κόψω βίτσαν που ροδκιάν,

τζιαι κώλους να μαυρίσω.

 

 

 

 

 

 

 

 

Άρπα βιτσιάν στην ζάμπαν σου,

να δω αν το ξανακάμεις.

Καρτάνα, πλατινέ, ξανθή,

να μάθεις να παρκάρεις.

 

Έλα τζι εσού σαπόγερε,

εμάρανεν σε ο κότσος.

Που μου ‘κοψες τον δρόμον μου,

αξίζει σου ο κλώτσος.

 

Μπορεί κάποιοι που σας να πούν

πως άδικα θυμώνω.

Πως τούτοι έννεν άξιοι,

λόγοι να μαραζώνω.

 

Άλλοι πάλε μπορεί να πουν,

χρειάζουμαι γαμήσι,

μακάρι ναν τζιν’ το πρόβλημα,

όμως εν τζιαιν η λύση.

 

Ταξί, πλασιέ, ντελίβερι,

ροκόλοι με μοτόρα,

εξόριστοι στο Τιμπουκτού,

να ξιληφτεί η Χώρα.

 

Με τα πολλά, σιγά σιγά,

έφτασα στο γραφείο.

Εφτά ώρες εμείνασιν,

τζι ούλλον χαράν να φύω.

 

Λαλώ του νού μου «Επάρκαρα,

την Διγενή σταυρώνω.

Δαμαί εν το τέλος της γραμμής.»

Τζιαι στο γραφείον ισιώνω.

 

Όμως περνα βουζουνιστός,

ένας δίχα αμάνταν,

τζιαι πιτσικλά μου τα νερά,

ρέσσει που μες την λάντα.

 

 

 

 

 

 

 

 

Ρε, ππούστη ασυχχώμπατε,

που νάσιεις την κατάρα,

ο τζύρης σου τζι η μάνα σου,

εν γάρος τζιαι γαδάρα.

 

Αν ήμουν νάκκον πάρατζι

ήτουν να με τσιλλήσει

Τζι ούτε που καταδέχτηκεν,

πίσω του να δικλίσει.

 

Ένιγουεϊ, έγραψα πολλά,

εν ώρα να τελέψω.

Όί πως θέλω αφορμήν,

τζιαι φτου, να ξαναρκέψω.

 

Λεξικόν (μιάλη η χάρη σας)

μαυρογέρημον – μαύρο και έρημο

τσιλλώ – πιέζω

κατσιαρίζω – κάνω θόρυβο

ζαττίν – σαμπώς

αγκρίζω – θυμώνω ένα τρίτο πρόσωπο (αγκρίστηκα – θύμωσα)

Σσιέπω – επιβλέπω, παρατηρώ
Μαουλούτζιν – μαξιλάριν, που το λατινικόν magulare
Σκουλλισμένος – τυλιγμένος με ρούχα
Πόξω – απ’ έξω
Ταράσσω – μετακινώ, ανακινώ
Γυρίλλα – περιστροφή
Ζάβαλλι – αλλοίμονο
Νούσιμος – μυαλωμένος
Βούρος – τρέξιμον (βουρητός-τρεχάτος)
Αρτσίδκια – οι αντρικοί αναπαραγωγικοί αδένες, αρχίδια
Πλαΐτζια – παϊδια
Κωλοσυρτός – συρνόμενος στα πόδκια (κωλοσυρμαθκιά – ίχνη φιδιού)
Βουνάρι – μάζα (σαν μικρό βουνό, βουναλάκι, λοφίσκος)
Κουγκριομηχανή – μηχανή παρασκευής μπετόν με περιστρεφόμενο κάδο
Μίλλα – λίπος
Χαρκέσαι – θαρριέσαι
Κροστείς – ακροαστείς, ακούσεις
Σουξούλισμα – επίμονη παρότρυνση
Σιοιρίν – χοιρίδιο, γουρουνάκι
Ποκνιάσμα – τέντωμα μετά από ύπνο (από + όκνηρία)
Γιουτά – βολεύει
Τσουλλοκάθισμα – τουρλοκάθομαι, κάθομαι με λυγισμένα πόδια
Κοφινούι- το υποκοριστικό του κοφινιού, πλεχτού καλαθιού. Καλαθάκι
Λιξιούι – γλυκιά καραμέλλα/έδεσμα, από το αρχαιοελληνικόν λιχανός; ο γλύφων-> λιχμάω: γλύφω αρχ. Λείχω/λείξω, το λιξιόν)
Μαμμάν/κακκά – φαί, σκατά (πολύ φαϊ πολύ σκατό βασικά)
Λάμνει – αναχωρεί
Λούννουμαι – κάνω μπάνιο
Λαονικός – λαγονικός σκύλος
Νάκκον – ελάχιστα, λίγο
Σάζω – διορθώνω
Χάτε – άϊντε
Κάρο – αυτοκίνητον
Χωχώϊν –  οχλαλοή, σαματάς, βαβούρα (που το εγγλέζικον hoo-ha)
Τσεντίν – πορτοφόλι, ο γιος του Τσέντα του ντιβέλοπερ
Δαχαμαί – εδώ χάμω, εδώ πέρα
Πομηλόρκα – ντομάτες
Νύσια – νύχια
Ράουνταπάουτ – κυκλικός κόμβος
Τζιέρρατον – κέρατο
Ίσσιαλλα – Insh Allah, μακάρι, με τη βοήθεια του Θεού
Στραφίν – επιστροφή
Καμμόντα – με τα μάτια μισόκλειστα
Κουρπάκα/κουρπάτζιν – μαστίγιο, καμτσίκι από το αραβικόν kurbaj και το τουρκικό kirbac (το c με κατσουνούιν πουκάτω)
Βίτσα – βέργα
Καρτάνα – διαβολογυναίκα (από το ιταλικόν quartana )
Σαπόγερος/πατσιόγερος – σαπιόγερος
Κότσος – κοτσίδα
Κλώτσος – κλωτσιά

Πλασιέ – διανομέας προϊόντων

ζάμπα – γάμπα

Ροκόλοι – νεαροί
Ξιληφτεί – εξαλειφθεί, καθαρίσει
Βουζουνιστός – με μεγάλη ταχύτητα που προκαλεί βομβώδη ήχο
Αμάντα – προσοχή
Πιτσικλώ – πιτσιλλίζω
Ρέσσω – περνώ
Λάντα – λαγκούβα με νερό
Ασυχχώμπατε – ασυγχώρητος, αθεόφοβος
Γάροσ/γαδάρα – γάϊδαρος γαϊδούρα
Δικλώ – γυρίζω να δώ, στρέφω το βλέμμαν

Advertisements

Responses

  1. polla oraiooo!!!!

    grapse ji alla je sto telos fkale je kanena vivlio.

    Eisai katapliktikos!!

  2. Πρώτα τρίφε τα μμάθκια σου
    τζι ύστερα τα λιμπά σου
    να δεις πόθθα μυρίζουσιν
    τα μμάθκια τα θαμπά σου!

  3. Φίλε μου είσαι καταπληκτικός. Πολύ καλό το ποιήμα σου το τσιαττιστό.
    Όσο για το βρισίδι και την αγανάκτηση του οδηγήματος, είναι σήμα κατατεθέν του κάθε έλληνα που σέβεται τον εαυτό του.

  4. epos

  5. Έβρε κάποιον να το μελωποιήσει και το πρώτο βραβείο κυπριακού τραγουδιού το έχεις στο τσεπάκι σου, ή μάλλον στο χαρτοφύλακα σου!

  6. Πρέπει να γίνει τραγούδι! Μπράβο!

  7. Aμαν ο άλλος εν πολλά αθκιασερός.

  8. heheheh se kathe post sou sirneis spontes oti enexeis filenada ke kimase monos sou ke ksero go. en jeros sou re firfiri nomizo je kanei na to pezeis oti theleis na ise free:P jinos pou tou areskei na einai free en to lalei me parapono:P
    oreo tsiattisto mpravo pantos

  9. επισης πατσιογερος πατσιο+γερος που το ιταλικο pazzo που σημαινει πελλος(τρελος)

  10. eponisa to dahtili mou na kamno scroll down. ELEOS!!!!!

  11. Μεν δισπιρκάς ρε Φιρφιρι
    στην στρατα σαν παέννεις
    Εν τσιμισμένος το πρωι
    ο κόσμος, μεν τον δέρνεις.

    Μεν πα να τους πέζεις πουρου,
    μεν πα να τουσ καυλιάζεις,
    Οι γάαροι θα μεινουν γάδαροι
    όσα νευρα τσιαν σπάζεις.

  12. να ξεκινήσεις γιόγκα για να κατευνάσεις τα νεύρα σου και την υπερένταση κύριε Φιρφιρή.

    Κλείε καλά την πόρτα του δωματίου του μότζο να μεν ακούεις το ροχαλητό του.

  13. Έσιει ώρες ώρες οδηγούς,

    που εν τέλεια αηδία.

    Παντές τζι επιάν το δίπλωμα

    με αλληλογραφία.

    hehehe!!!

  14. Μα εσύ ήσουν στο roundabout του English School?

  15. Δρακούνα έχεις πλατινέ?

    πολλά ωραίο φιρφιρί.. εν στο γραφείο που το έγραψες?

  16. φιρφιρη ενιξερω αν το ξερεις αλλα το ποιημα σου κυκλοφορεί σαν email-αλυσίδα!

    Εσιεις σουξε παντως 😛

  17. Επρόλαβέν με! Μόλις το έπιασα τζιαι γω. Να ζητήσεις πνευματικά δικαιώματα, ρε Φιρφιρή!

  18. epiasa to kai egw simera… ma enen to prwto prama diko sou pou pianw re firfiri egines polla famous… exw mian idea… nomizw na kikloforiseis vivlio sovara tora ena ta paeis polla kala 🙂

  19. filouin mou en exei la8os!!! fisika ediavasa to llio ka8isterimena alla twra empika ston kosmo twn bloggers…keep na tsiattizeis!! paei sou!

  20. Ώπα! Μόλις παρέλαβα το ποίημα σε email – χωρίς καμία αναφορά βέβαιαν στο blog – και έσπευσα να διορθώσω, ενημερώνοντας για την προέλευσή του… Νευριάζω άμα γίνετια κάτι τέθκοιον!!!

  21. το πήρα και εγω σήμερα με email…στην αρχη μου φανηκε απλά γνώριμο…μώλις είδα τον Mojo εκανα κλικ. όπως και οι προηγούμενοι, έχω ενημερώσει τον αποστολέα. Ποιος θα το μαντευε πως θα γινόσουν διάσημος για ένα τσιατιστο ρε φιρφιρη!!

  22. polla oreo, kai ego epiato me email kai enimerosa ton apostolea.

  23. Φιρφιρή εν ξέρω αν το ξέρεις, αλλά το Boyz Stuff έβαλεν το επικό σου ποίημα στο τεύχος Ιανουαρίου, χωρίς βέβαια να παραθέσει πηγή. Άλλο να κυκλοφορεί με email χωρίς παράθεση πηγής, τζιαι άλλο να μπαίνει σε ένα περιοδικό! Δώκε πάνω τους!

  24. Ποιοί εν τούτοι να τους πιώ το γαίμαν;


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Kατηγορίες

Αρέσει σε %d bloggers: