Αναρτήθηκε από: firfiris | Ιουλίου 25, 2008

Φκάλλοντας το κοπάδιν στην βοσσήν

Περιστερώνα, κατακαλότζιαιρον, τέλη της δεκαετίας του 80. Θα ‘μουν δεν θα ‘μουν 8-9 γρονών τζι επαραθέριζα τζικάτω. Στο σπίτιν το Τούρτζικο εζούσαν πρόσφυγες η γιαγιά μου με την αρφήν της τζαι τους αντράδες τους τζιαι τα κοπελλούδκια τους τα ελέυθερα. Η θκειά μου η Κορού έκαμνεν τοματόπασταν έξω, η στετέ μου εκάθετουν στον ηλιακόν τζι έκαμνεν τσέστον τζι ο παππούς μου ήταν στο χωράφιν. Ο θκειός μου ο Στυλλής ο μακαρίτης, γνωστός τζιαι ως Παπάτσιακκας, που έθελεν να γινεί ιερωμένος τζιαι δεν τον άφησεν ο πατέρας του, ήτουν βοσκός στο επάγγελμαν.

Ήταν να φκάλει το κουπάδιν στην βοσhήν. Είπα του να με πάρει παρέα μιτά του τζι εδέχτηκεν. Ήταν τότε πριν να ξηλώσουν τες μάντρες πόξω του χωρκού. Επήαμεν, αννοίξαμεν τζιαι εφκάλαμεν τα χτηνά έξω. Ομπρός ο κλιάρος, πίσω οι κουέλλες με τα πεμπέρκα τους τζι ο σσύλος.

Ο θκειός μου είσιεν το μαντήλιν διμμένον πας την κκελλέν του να τραβά το δρώμαν, την βούρκαν την πέτσενην στον ώμον τζιαι το ραφτίν του το ποιμενικόν περασμένον όπως τον ζυγόν πας τα ζινίσια του με τα σιέρκα του που πάνω, όπως τον Ιησούν τον εσταυρομένον σχεδόν.

Σφυρά του κοπαδκιού τζιαι κατεβαίνει μες τον Σερράχην. Βάλλει την παουρκάν «Μπρρρρρρρρίιιιιοοοοοο!» τζιαι ξανά «ΒΟΥΡΡΡΡΡΡΡ» τζιαι το κοπάδιν κλώθει προς Ορούνταν μερκάν.Για να αναπαραστήσετε τούτον τον βουκολικόν τον ήχον, φέρτε τα σσείλη σας κοντά παντές τζιαι εννά πείτε τον φθόγγον «μπ» αλλά αντί να να παράξετε ήχον με τες χορδές σας, φυσήστε δυνατά τζιαι μετά σύρτε το «ίιιιιιοοοοο» στο τέλος. Αν επιάναμεν την αντίστροφην την στράτα ήταν να πάμεν χαζίριν την Φιλιάν, αλλά τζίνην αφήσαν την πίσω τους.

………………………………

Προχωρά το κοπάδιν μες τον ποταμόν. Εμείς πουπίσω. Ο θκειός μου ψιντρός τζιαι μούζουρος με τες ποδίνες του τζι εγιώ όπως το ξιπετσισμένον το κουρκουτούδιν που την θάλασσα με το κοντοπαντάλονο τζιαι τα σάνταλα τα δερμάτινα. Βρίσκω τζι εγιώ έναν ραφτίν πιο μιτσήν τζιαι περνώ το τζι εγιώ στα ζινίσια μου. Προσπαθώ να κάμω ότι κάμνει ο θκειός μου. Καμιά κουέλλα που πάει να ξωμακρίσει βουρά ο σσύλλος τζιαι φέρνει την πίσω. Σαν παρπατούμεν κόφκει πίσω έναν πεμπέριν που δεν το εσσιάστηκεν ο σσύλος τζιαι κλαίει τζιαι γυρέφκει την μάνα του. Βουρώ τζιαι πιάνω το πάνω μου τζιαι παίρνω το πίσω στο κοπάδιν.

Σαν επαρπατούσαμεν ερέξαμεν τζιαι που το χωράφιν με τες ελιές του παππού μου (τωρά εν δικές του; τούρτζικες τζι ήυρεν τες μετά τον πόλεμον τζι ανάλαβεν τες). Εμείς είμασταν εις τον απέναντι τον όχτον. Βάλλει την φωνήν ο θκειός μου τζιαι πολοάται ο παππούς μου. Φωνάζω τζι εγιώ «Παππού θωρείς με; Παππού θωρείς με;» ούλλον χαράν τζιαι παιδικόν ενθουσιασμόν.

Εν με ακούει. Βουρώ τζιαι σταυρώνω τον ποταμόν τζιαι πάω τζιαι βρίσκω τον. Τρώω τζιαι μιαν σσιστήν χαμαί, ξανασηκώνουμαι τζιαι βουρώ τζιαι πάω απέναντι. Βάλλω την βέρκα στους ώμους μου τέλειον βοσκαρέττιν τζιαι χουμίζουμαι του θέλωντας την σημμασίαν του. «Δέ με παππού, δε με!». «Θωρώ σε τον γιόν μου, θωρώ σε» λαλεί ο γέρος τζιαι γελά. «Εννά γινώ τζι εγιώ βοσκός» «Όϊ μάνα μου. Εσού να γινείς γραμματιζούμενος. Όϊ να μείνεις κόλοκος όπως εμέναν τζιαι τον θκείο σου. Χάτε, βούρα κοντά του τζιαι πόψε να σε πάρω με το τράκτο περίπατο αν είσαι φρόνιμος τζιαι να σου πιάσω τζιαι παγωτόν που τον καφενέν».

Βουρώ πίσω όπως τον δαιμονισμένο, ξανατρώ αλλή μιαν χαμαί τζιαι φτάνω τον θκειό μου. Ηύραμεν νάκκον πιο ύστερα βόσσιστρον να φάν τα χτηνά τζι εκάτσαμεν τζι εμείς κάτω που μιαν τερατσιάν. Ο θκειός μου άνοιξεν την βούρκαν του τζιαι έφκαλεν που μέσα έναν κρόμμυον, έναν ποξαμάτιν, ελιές, αγγούριν τζιαι τομάτα. Έμαράζωσεν που έν έφερε τίποτε που τρώω τζι έταξεν μου τσιοκκολατούα που θα επαένναμεν έσσω. Έδωκεν μου το αγγούριν να δροσιστώ. Εν έπαιζεν πιθκιάβλιν ο Παπάτσιακκας τζι έβαλεν με εμέναν να του τραουδίσω τραούδκια που εμάθθαινα στο σχολείον.

Ύστερα που ώρας αρκέψαμεν να στρεφούμαστεν πίσω.
Εβάλαμεν τα χτηνά μέσα, εμετρήσαμεν τα. Υποσχέθηκεν μου να με φέρει το άλλον πρωίν να γαλέψουμεν. Επιάμεν την στράταν τζιαι επήαμεν έσσω. Έλουσεν με η γιαγιά μου γιατί εβρώμουν κουελιές, εκαθάρισεν μου τα φκιά μου τζιαι ποκαματισμένος έγυρα τζιαι ώσπου να το καταλάβω εκάμμισα τα μμάθκια μου τζιαι ποτζοιμήθηκα. Έν έφα με φαϊν με παγωτό.

Advertisements

Responses

  1. Όμορφες σκηνές..
    Εγάλεψες κατσέλλαν?? εν το όνειρο της ζωής μου (ναι ξέρω, εξαναείπαν μου το, εν πολλά χαμηλός ο πηχης των ονείρων μου) τζαι δεν ξέρω που να αποταθώ!!!

  2. @γλύκισμαν Κατσέλλαν όϊ, κουέλλαν ναι. Τζι εκούρεψα θέμας.

    Για τους ελλαδίτες αναγνώστες

    Κλιάρος = κριάρι (κρίαρος)
    Κουέλλα = Θυληκό πρόβατο
    Πεμπέρι = αρνάκι
    Κατσέλλα = Αγελάδα
    Δαμάλιν = μοσχαράκι
    Τράουλλος = τράγος (αρσενική κατσίκα)
    Τσούρα ή Αίγια = Θυληκή Κατσίκα (Αίγα)
    Τσουρίν ή τσουρούδιν = κατσικάκι

  3. pe mou pios 8xronos tora tha exei etsi anamniseis otan megalosei?

    to mono pou tha thimountai einai ta games pou pezoun pas to PS3.

  4. οι ελλαδίτες αναγνώστες ευχαριστούν…

    χωρίς το σκονάκι στο τέλος μόνο την Περιστερώνα είχα σίγουρη..
    βέβαια,είναι πολύ λίγο το σκονάκι,έχω κ άλλες αγνωστες λέξεις άλλα άντε..

  5. Αυτή είναι ζωή. Τι τα’θελες τα γράμματα?
    Σαλάγατα σαλάγατα τα γίδια και τα πρόβατα.

  6. @ fluffballs: Δυστυχώς έσεις απόλυτο δίκαιο φίλε…

  7. Ισως να υπάρχουν και παιδιά που δεν έχουνε δει κατσίκα ή πρόβατοστη ζωή τους παρά μόνο σε φωτογραφία και στη τηλεόραση.Μπράβο Φιρφιρή καλό είναι ότι ξέρει ο καθένας.

  8. Είναι πολύ συγκινιτικό, σαν να είναι από άλλη ζωή, από άλλο πλανήτη, και όμως μέσα σου υπάρχει αυτή η γή, και αυτό το παιδί που σου λέει πια είναι η πατρίδα..

  9. Νά ‘σαι καλά, κουμπάρε! Για μια ακόμα φορά φεύγω από το μπλογκ σου με ένα χαμόγελο ίσα με κει πέρα… 🙂

  10. εσείς δηλαδή που εν έχετε αναμνήσεις του να ζείτε σε σπηλιές, να τρώτε ωμά τζαι να φορείτε πέτσες ζώων επάθετε τιποτε?

  11. Λευτεριά στα εξημερωμένα ξαδέλφια!!!

  12. @d for darling
    τσέστος = χειροποίητο ψάθινον ρηχόν καλάθι διακοσμημένον με χρωματιστές κορδέλες
    βούρκα – δερμάτινη τσάντα
    παουρκά – δυνατή κραυγή
    ψιντρός – λεπτός, ισχνός
    μούζουρος – μελαμψός, με μαυριδερό δέρμα
    ποδίνα – μπότα
    ζινίσhι – σβέρκο
    κουρκουτάς – σαυροειδές ερπετό που απαντάται παντού στην Κύπρο
    βουρώ – τρέχω
    βόσσιστρον – τόπος κατάλληλος για βοσκή
    βοσκαρέττιν – μικρός/μαθητευόμενος βοσκός
    κρόμμυος – κρεμμύδι
    ποξαμάτιν – παξιμάδι
    κόλοκος – κουτός/αμόρφωτος (σαν το κολοκύθι που δεν έχει θρεπτική αξία)
    τράκτο – τρακτέρ
    τσιοκκολατούα – σοκολάτα
    εκάμμισα – έκλεισα τα μάτια (μιτσοκάμμισα – έκλεισα το ένα μάτι με νόημα)
    ποκαματισμένος – κουρασμένος από τη δουλειά
    κουελίες (οι) – μυρωδιά του προβάτου
    πιθκιάυλιν – ποιμενικός αυλός
    τερατσιά – χαρουπιά

  13. ωωωω

    ευχαριστούμε αγαπητέ…

  14. Ωραία ανάμνηση Φιρφιρή. Οι κουέλλες ένταν μπου εγίναν τελικά; Εξίληψεν το κουπάϊν ο θείος σου;
    Εξαναπήες πολλές φορές;


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Kατηγορίες

Αρέσει σε %d bloggers: