Αναρτήθηκε από: firfiris | Μαΐου 19, 2007

Ππαντζιάρκα

Τούτην την ιστορία που σας γράφω είπεν μου την ο θκειός μου ο Α. Εν αληθινή τζιαι γράφω σας την όπως την αθθυμούμαι έτσι ώραν. Τούτος ο θκειός μου έσιει πολλά καλήν μνήμην τζιαι μόλις τελειώσω που τες σπουδές μου θα τον κάτσω με το μαγνητόφωνον να μου τες πεί ούλλες τζιαι να τες καταγράψω με παραπάνω λεπτομέρειαν.

Τούτη η ιστορία εξελίσσεται στην Φιλιάν του Μόρφου πολλά χρόνια πριν τες φασαρίες.

—————————————

Ο παππούς μου ο Τζιυπρής ο μακαρίτης, οι χωρκανοί του εφωνάζαν τον «Τζυπρουλλάν», ήταν γεωργοκτηνοτρόφος. Όταν δεν ήταν στην μάντρα δίπλα που την μάντρα του θκειού μου του Στυλλή, τζιαι τζίνος εκοιμήθηκεν, είσιεν λλία χωράφκια κοντά στην τοποθεσίαν του Τζίλικα τζιαι στις Καμπάνες τα οποία έσπερνεν. Έναν πολλά άσhημον καλοτζαίριν που δεν έβρεξεν τίποτε ούλλον τον χρόνον έφκαλεν ππαντζιάρκα. Κάποιος είπεν του πως αν πάει στο Παλαιχώριν θα τα πουλούσεν.

Εφόρτωσεν το λοιπόν τον γάρον, εκάπνισεν τον η στετέ μου τζιαι εξεκίνησεν το δείλις που εδρόσιζεν να πάει να τα πουλήσει. Επήρεν του κάτι μέρες να φτάσει στο Παλαιχώριν τζιαι ετζοιμάτουν κάτω που τες τερατσίες που ήταν σπαρμένες μες τα χωράφκια με τα σιτάρκα που εξεκουράζουνταν οι αρκάτες τον τζιαιρόν του θέρους. Έβαλλεν, όπως μου ιστορήσασιν τες πέτρες για μαουλούτζι τζιαι μόλις εποκάθετουν η πυρά εκάμμαν τα μμάθκια του τζι ετζοιμάτουν.

Όταν έφτασεν στο Παλαιχώριν, το οποίον επισκεύτηκεν για πρώτην φορά στη ζωή του, η επόμενη ήταν που εχάρτωσεν την μάνα μου με τον πατέρα μου τζι η μεθεπόμενη στην εισβολήν που επήαν ούλλοι τζιπάνω να γλυτώσουν, απογοητεύκεν πολλά. Ενόμιζεν πως ήταν οι Φιλιώτες φτωσhοί αλλά οι Παλαιχωρκάτες ήταν ανυπόλυτοι τζιαι κατάμουζοι. Πας τα βουνά είσhεν πολλήν παραπάνω φτώσhιαν παρά μες τα χωρκά της Μεσαρκάς.

Εστάθηκεν στο Παλαιχώριν Μόρφου με τον γάρον τζιαι δεν εσταμάτησεν πλάσμαν να δεί τα ππαντζιάρκα του. Εστάθηκεν που την πλευράν του Παλαιχωρκού Ορεινής τζιαι πάλαι δεν εσταμάτησεν πλάσμαν να δεί τα φθαρτά του. μήτε τον εκαλωσορίσαν μήτε τον ετζιαιράσαν τίποτε. Εκαρτέραν τζιαι εκαρτέραν τζιαι τίποτε δεν εγίνετουν. Ρε φώναξε τζιαι να φωνάξεις, πάλαι τίποτε. Ώσπου τζιαι εβρέθην έναν πλάσμαν καλοθέλητο τζι επαράτζειλε του.
«Θκειέ, αν θέλεις να πουλήσεις τα ππαντζιάρκα πάεννε στάθου πας το γιοφύριν που εν μές την μέσην του χωρκού. Δαμαί που είσαι νομίζουν πως είσαι που τ’απέναντι το χωρκόν τζιαι δεν σου κοντεύκουν. Το ίδιον τζιαι που ποτζί.» Εστάθην τζι ο μακαρίτης πας το γιοφύριν τζιαι αρκέψαν τζι έρκουνταν. Η πυρά όμως εκατάστρεψεν τόσες μέρες τα ππαντζιάρκα, κανεί που έν ήταν σόϊ που την ανοβρίαν, τζιαι δκυό κοφίνια που ‘σιεν επούλησεν τα φαϊν για τους σhοίρους, όσον όσον.

Εστράφην σσυφτός πίσω στην Φιλιά τζιαι εμέτραν τους ππαράδες μες την πούγκα του. Όσσον τζι έφκαλεν τα έξοδα του, μπορεί νάταν τζιαι πουκάτω που το στήμαν του. Μόλις έμπην του χωρκού έκατσεν στον καφενέν του θκειού μου του Γιακουμή τζιαι επαράγγειλεν καφέ τζι έναν πακέττον τσιάρα. Τζιαμαί στον καφενέ ήταν τζι ο τατάς μου ο Κ., ρόκολος τότε, τζι έπαιζεν με τ’άλλα τα μωρά.
«Παπά. Πουλούν παττίσhες πόξω που την εκκλησιάν. Να πιάμεν μιαν να πάρουμεν έσσω;» αρώτησεν ο Κ. τζιαι έκαμνεν του αγάπες.
Σηκώνεται ο παππούς μου τζιαι πάει τζιαι ρωτά τον παττιχάρη πόσα εν η παττίσιες. Δκιαλέει μιαν τζιαι λαλεί του παττιχάρη να την γράψει βερεσιέ τζιαι διά του τα που θα εβάσταν. Ο τατάς μου εθκιάλεξεν τζιαι την παττίχαν μάλιστα. «Τζιυπρουλλά, ήταν άσhημη γρονιά φέτος. Βερεσιέν δεν έσιει..» Δεν είσhιεν παρεξήγηση μεταξύ τους. Η χρονιά ήταν πολλά άσhημη.
Ο τατάς μου έπιασεν την παττίχα, ίσια που την έσωννεν, τζι ίσωσεν σπίτι.
«Ρε Κ! Φέρτην παττίχα πίσω γιέ μου.»
«Μα επεθύμησα την ρε παπά» απάντησεν ο μιτσής παραπονεμένος.
«Φέρτην πίσω τζιαι έχουμεν έσσω» λαλεί του ο γέρος.
Με το που εφτάσαν πίσω στο σπίτι έδωκεν τον της γιαγιάς μου τζιαι έβαλεν τον να τζοιμηθεί τζι είπεν του που θα ξυπνήσει να κόψουν την παττίχαν, που δεν είχαν φυσικά, να την φάσιν. Η γιαγιά μου έμπηκεν ολόϊσια στο νόημαν τζι έβαλεν το μωρό να ππέσει. Ο Τζυπρής εποσαμάρωσεν τον γάρον τζι έμπην έσσω να φάει.
Τζι όπως έκατσεν εις το τραπέζι τζι έβαλεν το σταυρόν του να φάει, ελούθην τα κλάματα.
«Τζυπρή μου ίντα κλαίεις» αρώτησεν η γιαγιά μου.
«Εγύρεψεν το μωρό παττίχαν» επωλοήθηκεν ο παππούς μου, «τζιαι δεν εβάστουν ριάλια να του πιάσω. Όϊ κουφέττες τζιαι πελλάρες, παττίχαν μου εγύρεψεν το μωρό».
«Δόξα Σοι ο Θεός ρε Τζυπρή».
«Δόξα Σοι ο Θεός ρε γεναίκα.»

Advertisements

Responses

  1. em… n ekatalava gt to egra4es.. kamia sxesi me ta proigoumena s posts… alla nta3i… pistefkw prepei na katseis na 8kaivaseis… k n na s perasei :P:P:D

  2. athkiaseros papas thafkei jie zontanous

  3. Pou en na pas stin Kypron na pas na evreis ton thkeio sou ton A. tzie na mas metafereis tzie alles istories.

  4. polla oraia istoria. grapse ki alles an thymase

  5. an pw na katsw na grafw poutoutes tes istories en tha kamnw allin doulia. hairomai pou sou arese pantws. fysika i istoria en alliotiki, polla alliotiki, aman ftaseis jie gnoriseis tous haraktires pou konta.

  6. Βρε Φιρφιρή αθθυμάσε κάτι ποστ για απογοητεύσεις τζαι λοιπά υπαρξιακά; Άραες σου ο παππούς σου (όπως τζαι οι παππούδες των παραπάνω που μας, ακόμα τζαι οι τζιουρούδες μας) είψαν ώραν για έτσι σκέψεις τζαι ενέργειαν να αναλώσουν για αυτοτιμωρίαν τότες;

  7. na sou apantisw. pou tin douleia tin heironaktiki pou ekamnan, erktountan essw ji eppeftasi jie etzoimountan oloisia. eihan thn oikogenia tous, eihan to Theo tous tziai tin douleia tous. ta alla oulla itan parapanw

  8. Και όμως, γυρίζει…

    Η ανάγκη να νοιώθει κάποιος «ικανός» να συντηρήσει εαυτόν και οικογένεια είναι διαχρονική.

    Αυτό που άλλαξε είναι η «παττίχα»… διότι πλέον δεν πασκίζουμε να ικανοποιήσουμε ανάγκες πραγματικές αλλά «κουρτιζούμαστεν» να ικανοποιήσουμε το αίσθημα της ανάγκης για «ικανότητα» περισσότερο από τις ανάγκες τις ίδιες.

    Η «παττίχα» (ή το πλέηστέισιον ή οι σπουδές ή το αυτοκίνητο ή η δημοτικότητα ή…) έγινε σύμβολο που και 1) αδυνατεί να προσφέρει ολοκλήρωση και ευτυχία και 2) αποσυνδέθηκε από την φυσιολογική διαδικασία κόπου-ικανοποίησης.

    Λέμε τώρα…

  9. @idiot mouflon.

    akrivos to antitheto. i pattiha mes to katakalokairo itan idos anaggis. eno o tatas mou tha mporouse na gyrepsei koufettes (peri koufetton iparhei alli endiaferousa istoria alla ennen ora twra) i ppirilia. einai i adinamia na parehei ta apolytos aparaitita pou etsakkisen ton gero tzin tin mera, oi i adynamia na parehei eidi politelias i alla accessories.

  10. Μα δεν διαφώνησα με την παττίχαν ως πραγματική ανάγκη.

    Η αναφορά μου αφορούσε τις σημερινές «κουφέττες», για αυτό την παττίχαν την έβαλα σε «…», σήμερα κυνηγούμε πιότερο την αίσθηση του ότι μπορούμε να καταναλώσουμε μέσω «παττίχας» και όχι παττίχας, capicci?

  11. Ο constantinos εν εκατάλαβε γιατί εμπήκε τούτη η ιστορία, γιατί προφανώς εν τόσο προστατευμένος που τους δικούς του, που το να στερείται κάποιος οτιδήποτε (πόσο μάλλον μια παλιοπαττίχα) εν κάτι αδιανόητο.
    Τζιαι αν τολμήσει κάποιος να σκεφτεί λλίο πας το θέμα των «στερήσεων», πρέπει να κάτσει να θκιεβάσει για να του…περάσει.

    Μάλιστα.
    Ενδιαφέρον.
    Η Κύπρος του σήμερα.

  12. Μπράβο παιδιά όποιος ξέρει ιστορίες της Κύπρου να τις γράφει είναι βάλσαμο και γοα μας που λείπουμε πολλά χρόνι από τον τόπο μας.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Kατηγορίες

Αρέσει σε %d bloggers: