Αναρτήθηκε από: firfiris | Ιουνίου 20, 2006

Το διαβατήριο και τα μάτια σας


Φεβράρης 2005 – Βουδαπέστη

Τα κοπέλια Ψαροντούφεκος, Άππαρος και Όμορφος έχουν επιτέλους τελειώσει τις εξετάσεις πολιτικής μηχανικής τους και μας προσκαλούν να τους επισκευτούμε στη Βουδαπέστη. Πίαννουμεν λοιπόν τα ππουρτού μας και τους κατεβαίνουμεν από τας Αγγλίας. Μετά από πολύ καιρό ολόκληρη η παρέα έχει ξαναβρεθεί μαζί. Αν και εγώ έχω ξαναεπισκευτέι την πόλη, οι Ταπεινοί Μπράδερς και το Αππάριν (ο μικρός αδελφός του Άππαρου) την επισκέπτονται για πρώτη φορά. Έτσι πρώτη νύχτα αποφασίζουμε να πάμε στην Μπυραρία του Παλιόγερου για να διασκεδάσουμε. Ο Άππαρος μας συμβουλεύει να πάρουμε και τα διαβατήρια μας μαζί διότι κάποιες ράτσες όπως οι Αλβανοί που πίννουν τζιαι μεθκιούν είναι ανεπιθύμητοι. Η θερμοκρασία είναι πλην οκτώ βαθμούς κελσίου και καθόμαστε μέσα στα ταξιά πιττωμένοι για να βράσουμε. Η μπυραρία του Παλιόγερου δέν είναι μακριά, πέντε λεπτά από την Πλάχα Λουϊσα άμα πιάσεις την Ράκοτζι Ούτ και πας νότια. Από το ταξί μέχρι την πόρτα της μπυραρίας διαπιστώνω ότι το διαβατήριο μου εχάθηκε.
Αμέσως ξεκινά επιχείρηση σκούπα να βρούμε το γαμημένο αλλά άδικα. Όχι ρε γαμώτο, να χάσω διαβατήριο δεύτερη φορά σε ένα χρόνο πάει πολύ. Ευτυχώς τα κοπέλια, καθώς και δύο σειράδες από το στρατό, ο Κώτσιος τζι ο Ρότσος, με κερνάνε μπύρα να παν οι πίκρες κάτω. Την επομένη θα πάμε στην πρεσβεία να τα κανονίσουμε. Εκέρδισεν το λαχείο μας.
Μες την ψατζί τζιαι στο αγιάζι περπατούμεν φάλαγγα κατ άνδρα με τον Άππαρο, ώρα οκτόμιση το πρωί, να πάμε στην πρεσβεία. Η δε πρεσβεία άφαντη γιατί μετακινήθηκε. Κυκλοφορούμε το λοιπόν όπως τους άστεγους κατά μήκος της όχθης του Δούναβη να έβρουμεν την πρεσβεία. Καντούνια, καντουνάκια, ανηφόρι κατηφόρι, περπάτα τζιαι να περπατήσεις η πρεσβεία μας χασιμιά. Τα Ουγγαρέζικα του Αππάρου ελάχιστα (εγώ μόνο το Νατζιόν σέξυ βάτζ ήξερα αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία) ενώ τα εγγλέζικα των ουγγαρέζων ανύπαρκτα. Με πέντε κουτσιά ουγγαρέζικα και πέντε κουτσιά γερμανικά από εμένα μαθαίνουμε που είναι η περιοχή με τις πρεσβείες. Τελικά σε ένα κτίριο βλέπουμε μια καταπονημένη Κυπριακή σημαία να προσπαθεί να κυματίσει στον πρωινό αέρα.
Για να ανεβούμε μπαίνουμε σε ένα παλιοασανσέρ από τους Σοβιετικούς χρόνους, από κείνα που ανοίγεις γρίλια και μετά πόρτα για να μπείς, και με τα δάκτυλα σταυρωμένα φτάνουμε στον τρίτο όροφο. Με το που μπαίνουμε στην πρεσβεία συνηδειτοποιούμε ότι πρόκειται περι αλλοπρόσαλλης καταστάσεως όπου στο όβερταϊμ τον υπαλλήλων συγκαταλέγεται και το ξύσιμο αρχιδιών. Ο υπάλληλος-πρόξενος γοτέβερ μας λέει πως χρειαζόμαστε πιστοποιητικό από την αστυνομία πως έχασα διαβατήριο. Ναί ρε πελλέ ας πούμε, εν το έχασα τζιαι περιπαίζω σε για να μου φκάλεις τζιαι δεύτερο να έχω σπέαρ. Κκιούτ βουρούμεν να έβρουμεν αστυνομικό σταθμό.
Ευτύχώς πας το καντούνι έσιει αστυνομία, μπαίνουμε μέσα με θάρρος και αυτοπεποίθηση μιας και βρισκόμαστε σε ευρωπαϊκή χώρα…έτσι? Αρτσίθκια καλαβρέζικα!
Ο Άππαρος που εκτελεί χρέη μεταφραστή μου εξηγεί πως τζιαμαί δεν μπορούμεν να κάμουμεν την δουλειά μας αλλά πρέπει να πάμε στον αστυνομικό σταθμό της περιοχής που το έχασα. Τζιαι ρέ ππεζεβέγκη αν μεν έξερα που το έχασα τί ήταν να κάμω. Τέλος πάντων, εν τζιαι να βάλλουμεν τον νού μας με τους πελλούς. Βούρος να κόψουμεν να πάμεν στην άλλη άκρη της πόλης. Ανεβαίνουμε πάνω στα παλιοτράμ, πατείς με πατώ σε μέσα, τούρου τούρου επήαμεν Πλάχα Λουίσα.

Στο σταθμό μας προυπάντησε ένας νεαρός καλοξυρισμένος αστυνομικός που μόλις έμαθεν πως είμαστεν Ευρωπαίοι πολίτες άννοιξεν η καρκιά του φύλλα φύλλα. Τζιαι μεν ανησυχείτε, τζιαι θα κάμουμεν ότι μπορούμεν, κάτσετε δαμαί ώστε να σας φωνάξουμε. Ο Άππαρος ρωτά πόση ώρα θέλει να μας φκάλουν το χαρτί. «Δέκα-δεκαπέντε λεπτά» λαλεί το αστυνομικούι (έξερεν τζιαι ένα δράμι εγγλέζικα). «Κέσενεμ» λαλώ του. «Ίτεσιεμ» λαλεί μου.
Καθούμαστε τζιαι καρτερούμε κανένα δεκάλεπτο ώστε τζιαι μας φωνάζουν μέσα. Ο αστυνομικός πρέπει να ήταν υψηλόβαθμος διότι οι ώμοι του ήταν γεμάτοι νισιάνια (εμ πως, είμαστεν Ευρωπαίοι, θέλουμεν καλή μεταχείρηση).
Εγγλέζικα κίτσ. Με χειρονομίες και σπασμένα Ουγγαρέζικα του εξηγούμε πεντέξι φορές ότι ΔΕΝ ΜΟΥ ΤΟ ΚΛΕΨΑΝ αλλά πως το έχασα. Έτριφεν την κκελλέ του. «Τρίφε την καλά καλά» ήρτεν μου να του πω.
-Νεμ κουτ, νεμ κουτ. Ξέρω το πως είναι «νεμ κουτ». Εν διαβατήριο που έχασα τα εβλοημένα, εν τζιαιν αναπτήρα.
Με τα πολλά φωνάζει τον μιτσή που την πόρτα να μας μεταφράσει πως πρέπει να περιμένουμε μεταφράστια που ξέρει εγγλέζικα. Επιάσαμεν την γεναίκα τηλέφωνο σπίτι της τζιαι εξυπνήσαμεν την τζιαι εμίλουν της στο ακουστικό, εδίουν το του αστυνομικού. Εμίλαν της ο αστυνομικός τζιαι εδίαν μου την πίσω. πολλήν κκιλιντζιρκό κοπέλια. Τελικά εν εφκάλαμεν άκρη. Λαλεί μας ο αστυνομικός να περιμένουμεν να έρτει στο σταθμό. «Τεν μίνιτς»….Στο σαραντάλεπτο ήρτεν.
Μην περιμένετε τα αγγλικά της μεταφράστριας να είναι καλύτερα…. Τελικά με χίλια ζόρια έγινεν η δουλειά μας. Πάμε πίσω στην πρεσβεία με το πολυπόθητο χαρτί να κάμουμεν αίτηση διαβατηρίου. Κούνια που μας κούναγε. Τελικά δεν δικαιούμουν να βγάλ διαβατήριο διότι ήμουν φοιτητής στη Αγγλία και η Κυπριακή πρεσβεία στο Λονδίνο είναι υπεύθηνη για μένα. Θενκς φορ νάθινγκ μαδερφάκερς. Έθελα να ξιτρισίσω τον υπάλληλο με το τσιμπιδάκι που τα νέυρα μου. Έκαμεν με όπως τον Πόπαυ πριν να πισκαλίσει τον Βρούτο.
Πιάνουμεν τηλέφωνο σπίτι να πούμε στους υπόλοιπους ότι ετελειώσαμε. Εξυπνήσαμεν τον Ψαροτούφεκκο (εξάδελφος μου) που ετζοιμάτουν όπως τον βόρτο και του είπαμε τα καθέκαστα. Είπε μου «Είσαι καρακιόζης» τζιαι έκλωσεν πλευρό. Με την συμπαράσταση της οικογένιάς μου μπορούσα πλέον να πάω Αγγλία ήσυχος.
Ήλπιζα πως στην Αγγλία, όντας πιό ανεπτυγμένη χώρα τα πράγματα θα ήταν καλύτερα. Πάω στην πρεσβεία μας, και μετά που περίμενα κανένα μισάωρο γραμμή πίσω που κάτι Τουρκοκύπριους που εθέλαν διαβατήριο τζιαι τζίνοι φτάνω στην υπάλληλο. Της εξηγώ την κατάσταση. «Νο πρόπλεμ» λαλεί μου. Ήταν οι πιο γλυκές λέξεις που άκουσα εδώ και καιρό. Τί όμορφες, τί καλόηχες, τί χαρμόσυνες! «ΝΟ ΠΡΟ-ΠΛΕΜ» επαναλάμβανα στον εαυτό μου. Ένας ανώτερος υπαλληλος της πρεσβείας με προσέγγισε και με κάλεσε στο γραφείο του. Μιλήσαμε λίγη ώρα και με ρώτησε τη σπουδάζω και ποιά τα σχέδια μου στο μέλλον. Του είπα μεταξύ σοβαρού κι αστείου πως σκεφτομαι για καριέρα στο διπλωματικό σώμα. Δεν μπόρεσε να συγκρατήσει το γέλιο του
«Θέλεις τζιαι διαβατήριο για να είσαι διπλωμάτης. Εσύ εν το δεύτερο που χάννεις»
«Να μου φκάλετε διπλωματικό να μεν το χάννω» λαλώ του τζι εγώ.
«Πως το έχασες το τελευταίο?»
«Εν λλίος ο νούς μου».
«I like your attitude».

Φκαίνω που το γραφείο του τζιαι πάω ξανά στην υπάλληλο.
«Όλα καλά?» ρωτώ.
«Εεεε ξέρετε, δεν μπορούμε να προχωρήσουμε την αίτησή σας». Πιάνει με σφάχτης.
«ΓΙΑΤΙ?» ξαναρωτώ με τα μμάθκια μου όπως τες ππιρίλλες.
«Θέλουμε το πιστοποιητικό μεταφρασμένο από τα ουγγαρέζικα στα Αγγλικά»… Τετέλεστε. Ένιωσα τα σημάδια του πρώτου μου εγγεφαλικού.
Βουρώ όπως την Λόλα (του Τρέξε Λόλα Τρέξε) να έβρω την Ουγγαρέζικη πρεσβεία πριν να κλείσει (το βράδυ θα επέστρεφα Νόττινγχαμ) . Ούτε ο Κεντέρης με τους μαύρους πουπίσω του δεν εβούρησε τόσο. (Εδώ που τα λέμε τζίνος πον εσιει νού έσιει πόδκια). Βρίσκω την πρεσβεία και μου το μεταφράζουν. Ξαναβουρώ πίσω στην Κυπριακή πρεσβεία.
Με την γλώσσα ως τ’ αρφάλι μου μπαίνω στην κατακόμβη του βίζα ντιππάρτμεντ της πρεσβείας μας. Η υπάλληλος έκαμνεν διάλειμμα. Στο τσακ πριν να ππηδήσω πίσω που τον πάγκο να κάμω την δουλειά μόνος μου νάσου και η υπάλληλος. Συμπληρώνοντας την αίτηση βλέπω πως χρειάζομαι τον αριθμό διαβατηρίου των γονιών μου. Πάγωσα επι τόπου…. Καλύτερα να μου βγάλουν τα νύχια με την τανάλια, καλύτερα να μου σπάσουν τα γόνατα με το ρόπαλο. Αλλά να παραδεχτώ στη μάνα μου πως τα εσκάτωσα πάει πολύ. Η αντίδραση της είναι γνωστή στην νομική αργκό ως «cruel and unusual punishment».
Πιάνω την τηλέφωνο..
«Μάμμα!»
«Ποιός ένει;»
«Εγιώ είμαι».
«Παπά-φιρφιρι χαμήλοστο ράδιο τζι έν ακούω».
«Εν τα νέα»
….
«Έλα μάνα μου, πού είσαι?»
«Είμαι Λονδίνο»
«Ακόμα να πάεις Νόττιγχαμ?»
«Ακόμα. Έλα να σου πω…αγαπάς με?»
«Ίντα πράμα?»
«Αγαπάς με?……»
«Ελείφτικες τα λεφτά?»
Παρέμβαση παπά φιρφιρή «ΠΕ ΤΟΥ ΕΝ ΕΣΙΕΙ ΓΡΟΣΙ! ΕΦΕΡΕΝ ΜΑΣ ΠΑΝΚΡΑΠΤ!»
«Όϊ μάμμα.»
«Έχασες διαβατήριο καλό…» (πως ξέρουν οι μανάδες τους γιούδες ε?)
«Ναι, αλλά εν έσιει πρόβλημα. Εκανόνισα τα. Θέλω τον αριθμό των διαβατηρίον σας.¨
«Ο ΝΟΥΣ ΣΟΥ ΠΟΥ ΕΝΕΙ! ΕΝ ΠΑΝΩ ΠΟΥ ΤΗΝ ΚΚΕΛΛΕ ΣΟΥ ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ ΕΓΩ ΠΟΥ ΕΝΕΙ!»
«Μεν φωνάζεις. Μπορεί να συμβεί στον καθένα».
«ΕΝ Ο ΝΟΥΣ ΣΟΥ ΤΖΙΑΙ ΜΙΑ ΛΙΡΑ! ΕΝ Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΦΟΡΑ ΠΟΥ ΤΟ ΧΑΝΕΙΣ ΦΕΤΟΣ»
«Είπα σου μεν φωνάζεις»
«ΠΑΠΑ ΦΙΡΦΙΡΗ. Ο ΦΙΡΦΙΡΗΣ ΕΧΑΣΕΝ ΤΟ ΔΙΑΒΑΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΠΑΛΕ! ΤΙ ΝΑ ΚΑΜΩ ΘΕΕ ΜΟΥ ΠΟΙΟΝ ΜΕ ΤΟΥΤΟ ΤΟ ΚΟΠΕΛΛΟΥΙ»
«Εννά μου πεις τον αριθμό πριν να κλείσει η πρεσβεία…»
«Να πιάμεν τηλέφωνο τον συγγενή μας που εν μες τα διαβατήρια. Εν το τάδε του τάδε ο άντρας της τάδε που έσιει μιαν κόρη καθυστερημένη.»
«Να μεν πιάσεις κανένα. πέ μου τα νούμερα»
«Ένα λεπτό. Απογοήτευσές με. Έλα τον παπά σου να σου πεί»
Παίρνει το τηλέφωνο ο τάτις.
«Έλα γιέ μου. Έχασες το διαβατήριο σου πάλαι?»
«Έχασα το.»
«ΕΙΣΑΙ ΛΕΒΕΝΤΗΣ!»
«Εν να μου αρκέψεις εσύ τωρά. Κάτσε να πιάσει τζι μάνα μου το άλλο τηλέφωνο να σας ακούω στερεοφωνικά»
«ΕΤΣΙ ΣΕ ΕΚΑΜΑ! ΜΠΡΑβΟ ΕΙΣΑΙ ΛΕΒΕΝΤΗΣ!»
«Είπαμεν το τούτο.»
«Έλα να σου δώκω τη μάνα σου».

Τελικά έβγαλα διαβατήριο μετά που άκουσε όλη η Όξφορντ στρητ τες φωνές μου. Έντ οφ στόρυ.

Ίντα ψυσιη!

ΣΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ ΠΟΣΤ – ΚΑΥΓΑΣ ΜΕ ΜΟΝΑΧΟ ΣΤΗΝ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΣΤΑΥΡΟΒΟΥΝΙΟΥ! ΜΗΝ ΤΟ ΧΑΣΕΤΕ ΘΑ ΧΑΣΕΤΕ (την ώρα σας)!

Advertisements

Responses

  1. έκαμες μας κι εγελάσαμεν πάλε… 🙂

  2. looool

    btw xereis oti emporouses apla na taxidepseis me tin taftotita sou, na isxiristeis oti en xereis se pia xora exases to diavatirio kai na paeis kat’eftheian sto londino enne?

  3. Ise Leventis!:)


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Kατηγορίες

Αρέσει σε %d bloggers: